Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ο καιρός του τρύγου στην Κρήτη













Οι γνήσιοι Κρητικοί συγκαταλέγονται στους ψηλότερους κατοίκους της Ευρώπης, πράγμα που μπορεί κανείς να διαπιστώσει στις απομονωμένες περιοχές των βουνών, όπου ο πληθυσμός έχει παραμείνει αμιγής. Οι Κρητικοί είναι περήφανοι και ανεξάρτητοι άνθρωποι ενώ η μακρά ιστορία και οι αγώνες τους εναντίον των κατακτητών καθρεφτίζονται στη συμπεριφορά τους σήμερα.

Υπάρχουν αρκετά παραδοσιακά έθιμα που διατηρούνται ζωντανά σήμερα στα χωριά της Κρήτης, ειδικά στα πιο απομονωμένα. Ανάμεσά τους είναι ο Κρητικός γάμος και η Κρητική βάφτιση. Πρόκειται για ξεχωριστές εκδηλώσεις που μπορεί να διαρκέσουν αρκετές μέρες, ώστε να εκδηλωθεί πλήρως η χαρά των φίλων και των συγγενών. Στη δυτική πλευρά της Κρήτης χαρακτηριστικό των εκδηλώσεων αυτών είναι τα ριζίτικα τραγούδια, τα οποία είναι στην πλειοψηφία τους πολύ παλιά και μερικά απ? αυτά έχουν βυζαντινή καταγωγή. Ο χορός, το φαγοπότι και οι πυροβολισμοί στον αέρα είναι κι αυτά μέρος των εορταστικών εκδηλώσεων.

Το μάζεμα των σταφυλιών και η παραγωγή κρασιού και τσικουδιάς είναι ευχάριστες ομαδικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο το φθινόπωρο. Η παραγωγή κρασιού περιλαμβάνει το πάτημα των σταφυλιών σε ειδικά κατασκευασμένους χώρους που ονομάζονται "πατητήρια". Ο ένας μετά τον άλλο οι άνθρωποι μπαίνουν στο "πατητήρι" βαδίζοντας ή και τρέχοντας πάνω στα σταφύλια, ώστε να γίνει η εκχύμωση. Στα διαλείμματα ή στο διάστημα της αναμονής του καθένα για τη σειρά του, το φαγητό, το κρασί και τα πειράγματα ρέουν άφθονα στη συντροφιά. Η τσικουδιά είναι ένα δυνατό τοπικό ποτό που φτιάχνεται από τα υπολείμματα στα πατητήρια (στράφυλα) μετά από την απομάκρυνση του χυμού των σταφυλιών. Αυτά τα υπολείμματα τοποθετούνται σε καζάνια και αποστάζονται. Ακόμα και σήμερα οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι απόλυτα παραδοσιακοί. Ο ιδιοκτήτης του αποστακτηρίου, που έχει νόμιμη άδεια, συχνά διαθέτει αρκετό χρόνο από την κανονική του δουλειά για να ολοκληρώσει την εργασία του στο αποστακτήριο του χωριού, το φθινόπωρο. Συνήθως το αποστακτήριο ανήκει σε μία οικογένεια και κληροδοτείται στα μέλη της από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι που έρχονται για να φτιάξουν τη δική τους τσικουδιά συχνά φέρνουν και ψήνουν φαγητό στα κάρβουνα ενώ η φρέσκια, δυνατή τσικουδιά προσφέρεται πλουσιοπάροχα.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινόπωρο στην Κρήτη


Πρόσφατα άκουσα μια περιγραφή της Κρήτης, που δεν είχα φανταστεί μέχρι σήμερα: «Το καλοκαίρι η Κρήτη είναι ξανθιά, το χειμώνα όμως αλλάζει». Ξανθιά η Κρήτη το καλοκαίρι γιατί οι βροχές είναι ανύπαρκτες, ο ήλιος καυτός και τα κίτρινο της ξερής βλάστησης κυριαρχεί παντού.

Όσοι ζουν στην Κρήτη ή την επισκέφτηκαν τον Νοέμβριο, ξέρουν καλά ότι το φθινόπωρο η Κρήτη μεταμορφώνεται. Το πράσινο χαλί που σχηματίζει το γρασίδι απλώνεται σχεδόν παντού κι η Κρήτη μοιάζει να ξυπνά από τον καλοκαιρινό λήθαργο.


Θυμάμαι στο σχολείο μαθαίναμε ότι το φθινόπωρο κι ο χειμώνας είναι εποχές που η φύση ξεκουράζεται για να αναγεννηθεί ξανά την άνοιξη. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτός που το έγραψε μάλλον δεν έχει δει ποτέ την Κρήτη το φθινόπωρο. Ακόμα, υποτίθεται ότι ο χειμώνας είναι μια αδρανής περίοδος, αλλά στην Κρήτη καμιά εποχή δεν είναι πραγματικά αδρανής. Στην Κρήτη, η φύση φαίνεται να διανύει την λιγότερο δραστήρια περίοδο το καλοκαίρι. Η βλάστηση είναι ελάχιστη και το τοπίο μοιάζει με έρημο, ειδικά στα νότια παράλια. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσα φρούτα και λαχανικά παράγονται το καλοκαίρι, οπότε η «αδράνεια» είναι φαινομενική μονάχα κι έχει να κάνει με την έντονη ξηρασία που κυριαρχεί στο νησί.


Το φθινόπωρο όταν πέσουν οι πρώτες βροχές, ξαφνικά η φύση μοιάζει να ξυπνά και μέσα σε λίγες μέρες όλα έχουν πρασινίσει ξανά. Τα φθινοπωρινά αγριολούλουδα εμφανίζονται στην εξοχή, η σκόνη του καλοκαιριού ξεπλένεται κι η καρδιά της Κρήτης χτυπά στο εσωτερικό του νησιού, μακριά από τα παράλια, εκεί που ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για μισό σχεδόν χρόνο με τους χιλιάδες τουρίστες, ντόπιους και ξένους να κατακλύζουν τις παραλίες.

Από το τέλος του καλοκαιριού είχαν αρχίσει οι γεωργικές δραστηριότητες με τον τρύγο, το άπλωμα και την ξήρανση της σταφίδας, ενώ το φθινόπωρο ακολουθεί το όργωμα και η σπορά των χωραφιών, το πάτημα των σταφυλιών κι η παραγωγή του κρασιού και της ρακής της χρονιάς.

Στο τέλος του φθινοπώρου και κατά τη διάρκεια του χειμώνα πραγματοποιείται το μάζεμα της ελιάς, μια δραστηριότητα που αφορά χιλιάδες κατοίκους της Κρήτης, αγρότες και μη. Στην Κρήτη όλοι λίγο-πολύ έχουν κάποιες ρίζες ελιές στο χωριό τους, έστω κι αν οι περισσότεροι ζουν πια στις πόλεις.

Είναι σχεδόν αδιανόητο για Κρητικό να αγοράζει το λάδι για το σπίτι του. Οι περισσότεροι παράγουν μόνοι τους κάποια ποσότητα λαδιού αρκετή για τις ανάγκες της οικογένειας τους, ενώ πολλοί εξασφαλίζουν ένα επιπλέον εισόδημα πουλώντας το λάδι που παράγουν.


Ο Σεπτέμβριος στην Κρήτη δεν είναι φθινόπωρο αλλά πολύ περισσότερο καλοκαίρι. Όλος ο μήνας εξακολουθεί να είναι ζεστός κι αρκετά ξηρός. Η θερμοκρασία στη διάρκεια της μέρας φτάνει τους 25-30 βαθμούς Κελσίου, ενώ τη νύχτα ίσως χρειαστεί ένα επιπλέον ρούχο για την ελαφριά ψύχρα. Συνήθως οι δυνατοί άνεμοι του καλοκαιριού κοπάζουν κι οι μέρες αρχίζουν να γίνονται μικρότερες. Τον Σεπτέμβριο εμφανίζονται οι πρώτες βροχές αλλά υπάρχουν χρονιές που βρέχει ελάχιστα ως καθόλου.

Τον Οκτώβριο η θάλασσα είναι ακόμα πιο ήρεμη, η θερμοκρασία κυμαίνεται στους 25 βαθμούς περίπου κι οι μέρες είναι ακόμα πιο μικρές. Στις παραλίες υπάρχει ακόμα αρκετός κόσμος κι οι τελευταίοι τουρίστες επισκέπτονται το νησί. Βροχές πέφτουν αλλά όχι συχνά.

Ο Νοέμβριος είναι ο πιο «φθινοπωρινός» μήνας στην Κρήτη με αρκετές βροχές και τις πρώτες κρύες μέρες. Τον Νοέμβριο θα ανάψουν τα καλοριφέρ στα σπίτια για πρώτη φορά κι αυτό όχι κάθε μέρα. Υπάρχουν αρκετές ηλιόλουστες και γαλήνιες μέρες με θερμοκρασία που φτάνει τους 20-22 βαθμούς στα παράλια, ενώ ψηλά πάνω στα βουνά θα πέσουν τα πρώτα χιόνια.


Στις αρχές του Δεκέμβρη, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές ζεστές μέρες με θερμοκρασίες γύρω στους 18-20 βαθμούς. Αρκετές μέρες είναι συννεφιασμένες και μπορεί να κάνει αρκετό κρύο επίσης, αλλά στην Κρήτη πρέπει να θυμάται κανείς ότι δεν υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός των εποχών όπως στην βόρεια Ελλάδα ή ακόμα περισσότερο στη βόρεια Ευρώπη. Ακόμα και τον Ιανουάριο υπάρχουν θαυμάσιες ηλιόλουστες μέρες που μπορεί να καθίσει κάποιος σε μια παραλία στα νότια με ένα ελαφρύ μπλουζάκι και να νιώσει τον ήλιο να καίει ευχάριστα το πρόσωπο του.

Στη βόρεια Ευρώπη από τη μέση του φθινοπώρου και μετά οι θερμοκρασίες είναι ιδιαίτερα χαμηλές κι η παρουσία της ζωής στη φύση είναι ελάχιστη. Στην Κρήτη θα υπάρξουν κρύες και βροχερές μέρες αλλά αυτό σπάνια κρατά πάνω από μια 3-4 μέρες και μετά ο ήλιος θα λάμψει ξανά κι οι θερμοκρασίες θα ανέβουν. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος μέρος με τόσο φιλικό για τον άνθρωπο κλίμα όσο η Κρήτη.


Το γαλάζιο της θάλασσας ποτέ δεν λείπει από την Κρήτη. Όταν η θάλασσα αγριεύει τα χρώματα θα γίνουν βαθύ μπλε ή ακόμα και γκριζοπράσινο αλλά το γαλάζιο θα επιστρέψει σύντομα μαζί με το χαμόγελο του ήλιου. Η θάλασσα είναι κυρίαρχη στην Κρήτη, αλλά εξίσου σημαντικά είναι τα βουνά της κι οι μικρές εύφορες πεδιάδες της.

Ας είναι το φθινόπωρο η αιτία να απομακρυνθούμε για λίγο από τη θάλασσα και να στραφούμε στην άγνωστη ενδοχώρα της Κρήτης, στα όμορφα χωριά της όσα διατηρούν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα ακόμη- με τους αμπελώνες, τους ελαιώνες και την μαγεία της φύσης να τα περιβάλλει.

Ας αφήσουμε τους πολυταξιδεμένους δρόμους κι ας πάρουμε ένα μικρό στενό χωμάτινο δρομάκι με τα πόδια. Ας περπατήσουμε στους αγρούς κι ας ανακαλύψουμε ξανά πόσο όμορφο είναι το γρασίδι που καλύπτει το αφράτο χώμα που υποχωρεί κάτω από το βάρος των βημάτων μας, το ασημένιο χρώμα στα φύλλα της ελιάς, το κίτρινο, το χρυσαφί και το κόκκινο στα φύλλα του αμπελιού που μαραίνονται και σε λίγο θα πέσουν.


Ελιές με αμπέλια συνυπάρχουν αιώνες στην Κρήτη κι είναι ένα πάντρεμα αρμονικό. Εκεί που τελειώνει το κίτρινο του αμπελιού, αρχίζει το ασημοπράσινο της ελιάς. Όταν τελειώνει η δουλειά στα αμπέλια, αρχίζει η δουλειά στους ελαιώνες. Αιώνιοι ρυθμοί που επαναλαμβάνονται αδιάλειπτα, δημιουργούν και συντηρούν τη ζωή.

Το φθινόπωρο ακόμα κι η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική κι αποκτά κρυστάλλινη διαύγεια τις ηλιόλουστες μέρες που ακολουθούν μετά από τις βροχές. Χάνεται η αχλή της καλοκαιρινής ζέστης και τα μακρινά βουνά φαίνονται σαν να είναι δίπλα και κάθε τους λεπτομέρεια διαγράφεται πεντακάθαρα. Η φύση ξεπλένεται από τη σκόνη και τα χρώματα λάμπουν ολοζώντανα.

Ο ουρανός είναι όμορφος το φθινόπωρο. Άλλοτε τα σύννεφα δημιουργούν δραματικές εικόνες κι άλλοτε το βαθύ γαλάζιο του φθινοπωρινού ουρανού κυριαρχεί χωρίς να διακόπτεται από το παραμικρό συννεφάκι.


Τα βουνά πάντα δεσπόζουν στο βάθος του ορίζοντα και το χιόνι ασπρίζει στις κορφές τους. Βουνά υπάρχουν παντού στην Κρήτη, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς την Κρήτη χωρίς αυτά. Η παρουσία τους είναι φιλική κι η Κρητική ψυχή ταυτίζεται μ' αυτά. Υπάρχει άραγε έστω κι ένας Κρητικός που θα μπορούσε να φανταστεί την Κρήτη χωρίς τα βουνά της;

Κοντά στα βουνά η βλάστηση αλλάζει, γίνεται πιο άγρια και πιο επιβλητική. Δεν κυριαρχεί πια η ελιά και τα αμπέλια αλλά οι βελανιδιές, οι πρίνοι, τα κυπαρίσσια, οι καστανιές και τα πλατάνια, αυτοί οι υπέροχοι γίγαντες που ζουν κοντά στο νερό, σαν να προσπαθούν να ξεδιψάσουν μια δίψα άσβεστη. Τα φύλλα των πλατανιών τώρα το φθινόπωρο παίρνουν όλες τις αποχρώσεις του χρυσού και του κόκκινου και δημιουργούν παραμυθένιες εικόνες.


Δεν χορταίνει το μάτι την ομορφιά αυτή κι οι λέξεις δεν είναι ποτέ αρκετές. Το δάκτυλο πατά το κουμπί στη φωτογραφική μηχανή αποτυπώνοντας τυχαίες στιγμές μαγείας.

Η ευγνωμοσύνη είναι διπλή: πρώτα για την ομορφιά τριγύρω και μετά, για την επίγνωση πως οι στιγμές αυτές είναι ανεξάντλητες και πάντα θα υπάρχουν αρκεί να τις αναζητήσω.

Αρθρο: Γιάννης Σαματάς

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

H γυναίκα του πάρκου

Είναι κάτι ψυχές που είναι καταδικασμένες να αναζητούν σαν κολασμένες αιώνια τον έρωτα. Να βλέπουν από τα μάτια του, να ανασαίνουν από τα πνευμόνια του, να ζουν από τη ζωή του. Τριγυρίζουν στα μονοπάτια της ζήσης τους χωρίς ανάπαυση, ανιχνεύοντας και ακολουθώντας τα χνάρια του. Ρουθουνίζουν και οσμίζονται τον αγέρα, αναζητώντας το διάβα του από το άρωμα που αφήνει. Παρατηρούν και χαιδεύουν εδάφια ψυχών, ιχνηλάτες ενός γενεσιουργικού αίτιου που ευδοκιμεί και θάλλει σε ανώτερες ψυχικές σφαίρες.
Δεν αναζητούν το γνωστό τετριμμένο έρωτα.Το συνηθισμένο ανθρώπινο αίσθημα που είναι προσιτό στους πάντες. Αναζητούν την τέλεια έκφανση αυτού του αισθήματος, που μεγαλύνει την ψυχή και το πνεύμα, που καταλύει τους νόμους του αισθητού, που ανυψώνει στα επίπεδα του ιδεατού, που μαρμαρώνει τους λέοντες, που θέτει πύλες στις κοινωνικές προσταγές, που διευρύνει τα σημεία του ορίζοντα, που πυρπολεί τη φλόγα του, που ανατρέπει τις εξουσίες, που καταπίνει το φως των αστεριών, που ρουφά τις ανάσες του σύμπαντος, που ορθώνει κάστρα στη λογική, που φράζει το ρουν των ποταμών και χαράζει το δικό του...



απόσπασμα από το βιβλίο της Αννίτας Πιτσιδιανάκη
Μακεδονίας 30
74 1οο ΡΕΘΥΜΝΟ

τηλ: 28310 27964
mob: 6972 987 071

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Μιά μαντινάδα θα σας πω ...


















Η μαντινάδα η καλή δε χτίζεται στο λάχει,
πέτρα και χώμα και νερό της Κρήτης πρέπει να ‘χει.


Ο Τσαρούχης έλεγε πως «η Κρήτη δεν είναι νησί. Είναι ήπειρος». Κι είχε το σκεπτικό του. Ανάμεσα στ’ άλλα αναφερόταν με δέος και θαυμασμό και στην κρητική μαντινάδα. Φεύγοντας νωρίς –αλλά πάντως έγκαιρα– δεν πρόλαβε να ζήσει τον εκφυλισμό και την διαπόμπευση που της φύλαξαν οι σύγχρονοι καιροί. Η πρόσφατη σχετικά υπόθεση με τις αστυνομικές έρευνες στο Μυλοπόταμο αναζωπύρωσε μία κακώς εννοούμενη «πανεθνική» ενασχόληση με τις μαντινάδες. Τα κινητά πήραν φωτιά και οι επίδοξοι «μαντιναδολόγοι» ασέλγησαν ανερυθρίαστα –για μία ακόμη φορά– σε βάρος του κρητικού παραδοσιακού ποιητικού είδους. Αυτή η διάσταση του θέματος περνά σχεδόν απαρατήρητη, μπροστά στη σπουδαιότητα που δείχνει να ‘χει το γεγονός ότι η μαντινάδα είναι το μόνο παραδοσιακό ποιητικό μέσο έκφρασης, που επιβίωσε στον ελληνικό χώρο μέχρι τις μέρες μας.

Αν «παραδίδω» και «παράδοση» σημαίνει αφήνω παρακαταθήκες στους επόμενους με όσα παρέλαβα από τους προηγούμενους, τότε η παράδοση της κρητικής μαντινάδας έχει μία σημασία που όλο και λιγότεροι συνειδητοποιούν. Οι μουσικολόγοι λένε πως από την αρχαιότητα έως και το τέλος της βυζαντινής εποχής υπήρχαν δύο μορφές παράδοσης στον ελληνικό χώρο: η προφορική και η γραπτή. Υπήρχαν επίσης μηχανισμοί απομνημόνευσης του προφορικού λόγου, με αντιπροσωπευτικό δείγμα έκφρασης τα Ομηρικά έπη. Η αρχαία Ελληνική γλώσσα, έχοντας μια διάχυτη μουσικότητα στον προφορικό λόγο -εξ’ αιτίας του συνδυασμού μακρών και βραχέων συλλαβών (προσωδιακός ρυθμός) παρείχε γόνιμο έδαφος για μουσική και ποιητική έκφραση. Ο προσωδιακός ρυθμός και τα ποιητικά μέτρα (ιαμβικό, τροχαϊκό, κ.τ.λ.) διευκόλυναν την απομνημόνευση ακόμη και εκτεταμένων έργων, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Κι αυτή η μουσικότητα του ελληνικού λόγου βοήθησε ως υπόβαθρο στη δημιουργία της μαντινάδας.
Αλλά η ιστορία μπορεί να ξεκινά από ακόμη πιο παλιά. Σύμφωνα με το Στράβωνα ο κρητικός μάντης και προφήτης Επιμενίδης (6ος αι. π.Χ.) έγραφε τους καθαρμούς και τους χρησμούς σε ποίηση. Ομοίως, ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο μαντείο του Αμφιάραου υπήρχε ένας Κρητικός με το όνομα Ιοφών από την Κνωσό, που τους χρησμούς των εξηγητών τους έλεγε με εξάμετρους στίχους και μ΄ αυτούς είχαν φτιαχτεί ολόκληρα έπη

















Πάντως, η επίσημη εκδοχή των μελετητών θέλει την ομοιοκαταληξία να έρχεται στην Κρήτη κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. «Από τα μέσα του ιε΄ αιώνα και πέρα, παρουσιάζεται η ρίμα σε δίστιχα και σπανιότερα σε πολύστιχες ομοιοκατάληκτες ρύμες» (Στυλιανός Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία). Καθοριστικό ρόλο παίζει ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το στιχούργημα έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Ο Ερωτόκριτος διαδίδεται από στόμα σε στόμα και σύντομα το νησί το απαγγέλλει από άκρη σ' άκρη. Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε.
Έκτοτε γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας. Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση. Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:


Είπα σου μη μπερδεύγεσαι
στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα
ωσάν την Αρετούσα!


Και κάπου εκεί –χρονικά, μάλλον αμέσως μετά τον Ερωτόκριτο- γεννιέται η κρητική μαντινάδα. Λακωνική, περιεκτική, ανεπιτήδευτη, προορισμένη να υμνήσει τον έρωτα, το θάνατο και την καθημερινότητα. Ο Μιχάλης Καυκαλάς επέμενε πως πρόκειται για «δίστιχο με δεκαπεντασύλλαβους και ομοιοκατάληκτους στίχους στη διάλεκτο της Κρήτης, που αποδίδει αυτοτελές και ολοκληρωμένο νόημα και διαθέτει ποιητικές αρετές». Στις μέρες μας η τελευταία φράση (περί ποιητικής αρετής) τείνει να ξεχαστεί. Οι μαντινάδες «σεργιανούν» μέσω SMS όλη τη χώρα παραμονές των εορτών, αφήνοντας την ψευδαίσθηση σε μερικά εκατομμύρια Έλληνες πως έγιναν μαντιναδολόγοι. Και φυσικά, ξεχνιούνται με την ίδια ακριβώς ευκολία, καθώς τίποτα το διαχρονικό και το ποιητικό δεν έχουν.
Κι όμως. Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν λόγιοι και ποιητές ζήλευαν τη δύναμη του στίχου τους. Η ιστορία με τον Γιάννη Ρίτσο στ’ Ανώγεια είναι λίγο ως πολύ γνωστή. Κάποτε άκουσε μία μαντινάδα:

«Δε με φοβίζει ο θάνατος
άλλα ‘ναι τα σπουδαία,
το να αγαπάς να μη μπορείς
να αλλάξεις την ιδέα»

Εντυπωσιάστηκε τόσο που ζήτησε αμέσως να γνωρίσει τον δημιουργό της. Και μόλις έμαθε πως είναι ο Αριστείδης Χαιρέτης είπε: «αυτή τη μαντινάδα έπρεπε να την έχω βγάλει εγώ. Τον άνθρωπο δεν τον ξέρω, αλλά για μένα είναι ποιητής». Παρόμοια ήταν η συγκίνηση κι ο σεβασμός όσων ασχολούνται με το είδος κάθε φορά που άκουγαν μία νέα δημιουργία του Γιώργη του Σταυρακάκη (Μιχαλόμπα) που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας. Οι μαντινάδες του εξακολουθούν να αποτελούν τον ουσιαστικότερο ορισμό της παράδοσης, καθώς ενέγραψαν ήδη υποθήκες στις νεώτερες γενιές.

Τόπος που κάνει αντίλαλο
πληθαίνει τον καημό μου,
γιατί γρικώ δυο τρεις φορές
τον αναστεναγμό μου.


Στις μέρες μας η μαντινάδα μοιάζει με εμπορικό είδος που βγήκε σε μαζική παραγωγή. Η βιομηχανία των ήχων έχει επενδύσει πάνω της και δεν χρειάζεται να πιέσει καν για να αποκτήσει νέα σοδειά. Αρκεί μόνο να ενθαρρύνει όσους νομίζουν πως ξέρουν να γράφουν μαντινάδες. Στην πραγματικότητα όμως, οι μαντιναδολόγοι είναι λίγοι. «Κερδίσαμε ίσως την επιβίωση του είδους με τον τζερτζελέ αλλά αυτό που προκύπτει δεν είναι καν μαντινάδα: είναι ανοσιούργημα» είπε ο Γιώργης Καράτζης. Ο ίδιος ασχολείται 40 χρόνια περίπου με τη μαντινάδα κι έχει ντύσει με τους στίχους του μερικά από το γνωστότερα κι ωραιότερα τραγούδια μας.

Καράβι κάνω την καρδιά,
την πεθυμιά κατάρτι,
κι απλώνω σίγουρο πανί
το νου μου τον αντάρτη.

Συζητώντας μαζί του διακρίνεις αμέσως ένα κοινό γνώρισμα των καλών μαντιναδολόγων που δεν κατέγραψε καμία φιλολογική ανάλυση: την σεμνότητα και το ήθος. «Χρειάζεται, λεει, γενικότερη παιδεία και μία εκλεπτυσμένη αίσθηση προσωπικής ευθύνης όσων ασχολούνται με τη μαντινάδα για να γλιτώσουμε από την επιπόλαιη αντιμετώπιση του είδους, με τα καλαμπούρια και τον λαϊκίστικο εντυπωσιασμό. Θεωρώ ότι η πληθώρα και η πολυενασχόληση που γίνεται με τη χρήση της Κρητικής μαντινάδας, η «υπερκατανάλωσή» της και τα πολλά ΜΜΕ που την «καλοπιάνουν», μοιραία την κακοποιεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό το εφεύρημα με το περίφημο «μισό». Λέει, δηλαδή, κάποιος τον πρώτο στίχο και καλεί το κοινό του να τον συμπληρώσει κατά βούληση. Μα η μαντινάδα είναι αυτοτελής ποιητικός λόγος κι με τέτοιες μεθόδους αυτόματα αναιρείται η ίδια της η υπόστασή.

Τη ζήση χάνει μοναχά
άνθρωπος σαν ποθάνει,
μα σκέψου δίχως έρωντα
πόσους θανάτους κάνει.


Άλλη εγκληματική πρακτική είναι το λεγόμενο «θέμα». Επιλέγει κάποιος το «φεγγάρι» ή τη «βιόλα» και παραδίδει ωσάν να ήταν δάσκαλος το θέμα των «εξετάσεων» στους διαγωνιζόμενους. Αυτό είναι διασυρμός για τη μαντινάδα».
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η άποψη του Μήτσου Σταυρακάκη. Οι στίχοι κι οι μαντινάδες του δέθηκαν άρρηκτα τα τελευταία 35 χρόνια με τις παραδοσιακές μας μουσικές μνήμες και τραγουδήθηκαν από τους καλύτερους λυράρηδες του νησιού.


Ο έρωτας κι ο θάνατος
ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυο με τρόπο ξαφνικό
και ύπουλο χτυπούνε.


«Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει κανείς την κακοποίηση της κρητικής μαντινάδας. Ο μόνος τρόπος ίσως, είναι να αντιπαραθέσεις κάτι αξιόλογο, για να αποδεικνύεις την διαφορά σου από το σωρό. Έτσι κι αλλιώς, ο καταγγελτικός λόγος δεν αποδίδει. Βρίσκω πως ασχολούνται πλέον τόσο πολλοί με την μαντινάδα, γιατί τους παρακινούν ραδιόφωνα και τηλεοράσεις να συμμετάσχουν στο παζάρι που στήνεται. Αν λοιπόν κάποιος δεν έχει συγκρότηση και καλλιέργεια, πέφτει εύκολα στην παγίδα».


Κι ο πιο μεγάλος έρωτας
με το φεγγάρι μοιάζει.
Κάνει κι αυτός τον κύκλο του,
γεμίζει και αδειάζει.


Κι όμως η μαντινάδα για όσους την αγάπησαν κι ασχολήθηκαν με μεράκι μαζί της δεν υπήρξε ποτέ “μιντιακό” status. “Για μένα η μαντινάδα ήταν μονόδρομος, λέει ο κ. Σταυρακάκης. Στο χωριό μου ήταν ο μόνος τρόπος διασκέδασης, ο μόνος τρόπος να εξωτερικεύσεις τη σκέψη σου, τις έγνοιες σου, τους έρωτες σου. Ήταν τρόπος ζωής λοιπόν. Και μάλιστα χωρίς λεκτικές υπερβολές αλλά με σεμνότητα και λιτότητα. Στις μέρες μας την κακογουστιά δεν μπορεί να την σταματήσει κανείς πια. Μπορούμε ίσως μόνο να καλλιεργήσουμε το συλλογικό κριτήριο και να διαμορφώσουμε παιδεία γύρω από την μαντινάδα από το ίδιο το κύτταρο του σχολείου».

Βιόλα, απού σε μεγάλωσα
με τω ματιών το δάκρυ
εγώ περίμενα ανθούς
κι εσύ πετάς αγκάθι.


Οι εποχές αλλάζουν και η παιδεία ομοίως. Τριάντα χρόνια πριν ο Μάνος Χατζηδάκης θεωρούσε προσφορά στον πολιτισμό τον διαγωνισμό μαντινάδας που οργάνωσε στ’ Ανώγεια. Αν ζούσε σήμερα, το πιθανότερο θα ήταν να μην το διανοηθεί καν. Η παραπάνω μαντινάδα του Γιαλαύτη τότε πήρε το βραβείο. Χρόνια αργότερα ο Νίκος Γκάτσος δήλωσε γοητευμένος από ένα άλλο του στιχούργημα. Ήταν ακόμη οι καιροί που η ποίηση συνδιαλεγόταν με την κρητική παραδοσιακή ρίμα.

«Για μένα η μαντινάδα είναι η ίδια μου η έκφρασή, λέει ο Αριστείδης Χαιρέτης, κι αν κάτι με ταλαιπωρεί είναι το γεγονός πως το κακό παράγινε μ’ όσους ασυνείδητα ρημάζουν τη γλώσσα και το νόημα της, βάζοντας τα καλάσνικωφ και τα «4Χ4» στους στίχους. Η μαντινάδα δεν είναι παιχνίδι, για να χωρατέψουμε. Είναι η ίδια η Κρήτη και πρέπει να την σεβαστούμε».
Δεκατέσσερα χρόνια πριν ο αείμνηστος Κωστής Φραγκούλης έγραφε: Η μαντινιάδα, η μόνη κατεξοχήν κρητική γλωσσική μας έκφραση, που άντεξε στο χρόνο, μοιάζει από μακριά με βουνό εύκολο και βατό, ευάλωτο τοις πάσι. Όταν το πλησιάσεις όμως κι επιχειρήσεις την ανάβαση, θα δεις ότι πρόκειται για ένα όρος τραχύ, γεμάτο λέσκες, γκρεμούς και κακοτοπιές. Η μαντινιάδα μας τραβά «του ήλιου τα πάθη» στ’ ασεβή χείλη αυτοσχέδιων μαντινιαδολόγων, που βγαίνουνε σαν τσι χοχλιούς όντε βρέξει». Κι ο ίδιος δεν παρέλειπε και τις ποιητικές παραινέσεις επί του θέματος:

Μια μαντινιάδα θα σας πω κι εγώ με λίγα λόγια
με κόπους και με βάσανα κερδίζεται η τζόγια.
Γιατί απάνω στσι κορφές, στα χιόνια και στσι πάχνες
φυτρώνουν και μαυρομαχούν των ποιητών οι δάφνες
και πρέπει να ‘χει νάκαρα και τα’ αγριμιού τη χάρη
όποιος τσι ρέγεται να βγει, να κόψει ένα κλωνάρι.


από το διαδίκτυο

Η γοητεία της συν-τροφιάς στο τραπέζι



















Μιλώ συχνά για τον πολιτισμό της γεύσης και της κρητικής κουζίνας. Δεν είναι μία απλή καθημερινή λειτουργία. Ανάγκη τροφής και επιβίωσης. Είναι θαρρώ μία βαθύτερη πολιτιστική κληρονομιά που κινδυνεύουμε να απωλέσουμε εξ' αιτίας των ασφυκτικών σύγχρονων ρυθμών. Η σοφία των ελληνικών λέξεων ήθελε το τραπέζι συν-τροφικό. Μία συν-ήθεια (!) που κοντεύουμε να ξεχάσουμε.
Ο Τάσος Μπουλμέτης μας συνεπήρε -σχετικά- με την Πολίτικη Κουζίνα του, θυμίζοντάς μας ότι δεν πρόκειται απλώς για ανάγκη θρέψης αλλά για ανάγκη επικοινωνίας.
Η τάση να αντιγράφουμε συνταγές επέστρεψε με αρωγό την ελληνική τηλεόραση και φιγούρες όπως η Βέφα και ο Μαμαλάκης. Όμως πόσοι διαβάζουν πλέον ανάμεσα στα γράμματα των συνταγών τις ιστορίες των τόπων και των ανθρώπων τους?
Ο Μπουλμέτης λέει ότι ... "η Πολίτικη Κουζίνα είναι πικάντικη. Κι αυτό γιατί παλιά, η Κωνσταντινούπολη ήταν μια κοσμόπολη. Άνθρωποι απo όλο τον κόσμο φεύγανε από τους τόπους τους και πήγαιναν στην Πόλη για να φτιάξουν μια καλύτερη τύχη. Τις ιστορίες του τόπου τους, για να μην τις ξεχάσουν, τις έβαζαν μέσα στο φαγητό τους. Ό,τι κουβαλούσαν από τον τόπο τους ήταν δυο δράμια πιπέρι, λίγη ρίγανη, ένα κομμάτι σαφράνι. Και μόλις κατάφερναν να στεριώσουν, τότε πάλι κάτι συνέβαινε και έπρεπε να φύγουν ξανά. Η Πολίτικη Κουζίνα είναι και Πολιτική γιατί είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που άφησαν το φαί τους στη μέση, κάπου αλλού".

Κι η Κρητική Κουζίνα έχει τις δικές της "πολιτικές". Είναι η τροφή των ανθρώπων της υπαίθρου, που την κουβαλούν στον ίσκιο μιάς ελιάς το απομεσήμερο για να κολατσίσουν στο χωράφι. Είναι το τσουκάλι που στήθηκε τα χαράματα, πριν ξεκινήσει ο τρύγος. Είναι το οφτό και το αντικρυστό κρέας της χαράς και του γάμου. Το ξομπλιαστό περίτεχνο κουλούρι της νύφης. Οι δίπλες, τα ξεροτήγανα και τα καλιτσούνια που γλυκαίνουν τις στιγμές και τις γεύσεις. Η ρακή και το μυρωδάτο κοκκινέλι που λύνει τις γλώσσες. Αλλά κυρίως η κρητική κουζίνα είναι η παρέα. Όλη η προετοιμασία σε κάθε γεύμα αυτό θυμάται κι αυτό στοχάζεται: Πως θα βρεθούν όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι, θα φάνε, θα πιούνε και θα ευθυμήσουν.

Όποιος βρέθηκε σε ορεινό χωριό της Κρήτης (από κείνα που δεν αλλοτριώθηκαν ακόμη) άκουσε τις φωνές των γυναικών το πρωί να συννενοούνται για το μεσημεριανό φαγητό. Δεν είναι η μίζερη και τυπική διαδικασία που μας θέλει στις πόλεις να κλεινόμαστε στις τραπεζαρίες μας και να καταναλώνουμε κάτι πρόχειρο μπροστά στην τηλεόραση. Το ακριβώς αντίθετο. Συννενοούνται από νωρίς σε ποιά αυλή θα στρωθεί το μεσημεριανό τραπέζι. Και μαγειρεύουν όλες από κάτι.
Τις Κυριακές η κουβέντα γίνεται στο προαύλιο της εκκλησίας. Η Κρητική κουζίνα έχει ένα αναγκαίο συστατικό. Πιο πολύτιμο από το αλάτι, το πιπέρι και τον δυόσμο. θέλει παρέα. Θέλει γλεντζέδες έτοιμους να πιούν και να πουν. Αυτό το περιβόητο το "όταν τρώνε δεν μιλάνε" δεν ισχύει στην Κρήτη.
Και στο τραπέζι οι μεζέδες απλώνονται ενώπιον όλων. Κοινοί. Εκεί, καταμεσής. Χωρίς σερβίρισμα στο πιάτο "σου". Στην κρητική παραδοσιακή κουζίνα το μόνο που είναι "σου" είναι το πηρούνι και το ποτήρι. Το πρώτο για να "αλητεύει" στις γεύσεις όλου του τραπεζιού και το δεύτερο για να αδειάζει συχνά. "Τάξε πως είναι τρύπιο" θα λέει κάποιος στην παρέα και οι υπόλοιποι θα γελούν.
Κοινωνώντας συχνά σε τέτοια γεύματα, εντυπωσιάζομαι από το κέφι και την ανεπιτήδευτη ευθυμία. Τα ανέκδοτα αντικαθιστούν το επιδόρπιο. Όταν τα μάτια και το στομάχι χορτάσουν γεύσεις, αρχίζουν τα ανέκδοτα. Για να χορτάσει γέλιο κι η ψυχή. Οι ατόφιοι κρητικοί -αυτή η παλιά ανόθευτη γεννιά- έχουν ένα τρόπο να μην υποκρίνονται στην πονηράδα και να μπλέκουν το σεξ και τα πικάντικα αστεία σε κάθε τους τραπέζωμα. Έναν τρόπο, που χωρίς να προσβάλει, φέρνει στο τραπέζι ιστορίες με χήρες και "καλοπαντρεμένες" ή παθήματα "κουζουλών" που σε κάνουν να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Όχι ανέκδοτα με τον Τοτό και τους φίλους του αλλά εύθυμες ιστορίες από την ζωή των ανθρώπων και του τόπου.

Η Κρητική κουζίνα δεν έχει βαριά μπαχάρια. Έχει όμως πολλά μυρωδικά. Στοχεύει σε όλες τις αισθήσεις, χωρίς να ξεχνά να καλοπιάσει την όσφρηση. Ο δυόσμος, ο βασιλικός κι η αμπερόζα είναι φυτεμένα σε κάθε αυλή και σε πρώτη ζήτηση για να ριχτούν στο φαγητό. Το ελαιόλαδο είναι η βάση σε κάθε μαγείρεμα. Η ρακή προϋπαντίζει πάντα τους μεζέδες και τα ορεκτικά. Και το κρασί συνοδεύει σαν ιπποτικός σύντροφος όλη την τελετουργία. Όμως το πιο σημαντικό συστατικό της κρητικής διατροφής -αυτό που θαρρώ πως άδικα δεν κατέγραψε η περιβόητη μελέτη των 7 χωρών της δεκαετίας του 60- είναι η συν-τροφιά. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας θεώρησε ότι το χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας το 'χε η Κρήτη λόγω των φρούτων, των λαχανικών, των οσπρίων και του ελαιολάδου. Σφό και επιστημονικά τεκμηριωμένο! Αλλά εγώ επιμένω πως το κρυφό συστατικό ήταν η παρέα, το γέλιο, η ευθυμία και η φιλοτιμία. Ο κρητικός δεν τρώει μόνος του. Θέλει να μοιραστεί τα καλούδια του με τους φίλους του. Θέλει να νοιώσει τις καρέκλες στριμωγμένες γύρω από το τραπέζι του και να μοιράσει απλόχερα το κρασί και τα ανέκδοτά του. Να ξεκρεμάσει τη λύρα -μόλις μαζευτούν τα πιάτα- και να αρχίσει τις μαντινάδες, παρασύροντας και όλους τους συν-δαιτημόνες στο τραγούδι του. Και μετά θέλει να χορέψει. Να μερώσει και την ψυχή και το σώμα του στον ήχο της κονδυλιάς.

Και δεν είναι λίγες οι φορές που το γεύμα γίνεται .. δείπνο. Κι αν ο διατροφικός πολιτισμός είναι δείγμα ιστορικών εμπειριών, κι αν η κουζίνα έχει πολιτικές, τότε στο παρελθόν η Κρήτη κατείχε την κουζίνα της .. διπλωματίας. Πλάι στην "αψάδα" και την οξυθυμία του ο κρητικός είχε να αντιπαραβάλει την τελετουργία του κρητικού τραπεζιού. Εκεί κάθιζε Αγάδες και προεστούς και τους έφερνε στα νερά του. Με γεύσεις, με μουσικές, με καλαμπούρια και με κρασί.
Εκεί οργάνωνε "κλεψιές" για τα όμορφα κοριτσόπουλα του χωριού. Εκεί συνομωτούσε κάτω από τα μουστάκια των κατακτητών του. Άλλωστε, η διάρκεια των κρητικών τραπεζωμάτων ήταν παροιμιώδης και υπεράνω πάσης υποψίας. Εκεί "σταύρωνε" βλέμματα και ερωτευόταν. Εκεί αγόραζε και πουλούσε κτήματα. Εκεί στέριωνε σχέσεις ζωής. Όλα γύρω από ένα παραδοσιακό κρητικό συν-τροφικό φαγητό. Όλα "μαζί". Γιατί η κρητική κουζίνα αυτό το αλάτι βάζει: το "μαζί"._

από το διαδίκτυο